ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ
'Ήταν, που λέτε μιά φορά", μια φορά που ζούσαμε σε "αυλές των θαυμάτων"... Που "από το παράθυρό μας πέρναγε το καλοκαίρι", "το ψωμί ήταν στο τραπέζι, το νερό ήταν στο σταμνί"... Που "λαχταρούσαμε μια χώρα", που "φυτεύαμε μια πορτοκαλιά", που "στρώναμε το στρώμα μας για δυό", σαν πραγματικοί "φίλοι κι αδέρφια", που ζούσαμε "για μια μπουκιά κι ένα ποτήρι, και δόξα τω Θεώ"... Χρόνια μετά, το μόνο που κρατήσαμε από αυτά, είναι να γίνουμε "το μεγάλο μας τσίρκο"... Ειρωνικά και πικρά, αν διαβάζει κανείς σήμερα, ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, στην τελευταία σκηνή της "Αυλής των θαυμάτων" μαζεύει τα μπογαλάκια της μικρής του κοινωνίας, τα φορτώνει σε μια χειράμαξα, και ξεκινάει γι αλλού, με τις τελευταίες ατάκες του Μπαμπη : - Κι ο δικός μου ο μπόγος ελαφρύς μου φαίνεται...Άντε, περνάτε μπρος...Αγάντα, αρχηγέ, πρώτα τα μηχανοκίνητα...Όλα θα σιάξουνε, θα δεις...Εδώ άλλοι κοντεύουν να πάνε στο φε...